γονορροϊκός

γονο-ρροϊκός, ή, όν,
A suffering from or subject to, Antyll. ap. Orib.6.22.3, J.BJ6.9.3 (v.l. -οιοις)

; πάθος Ruf.Sat.Gon. 15

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γονορροϊκός — ή, ό (Α γονορροϊκός, ή, όν) αυτός που υποφέρει από γονόρροια νεοελλ. ο σχετικός με τη γονόρροια …   Dictionary of Greek

  • γονορροικά — γονορροικός suffering from neut nom/voc/acc pl γονορροικά̱ , γονορροικός suffering from fem nom/voc/acc dual γονορροικά̱ , γονορροικός suffering from fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονορροικῶν — γονορροικός suffering from fem gen pl γονορροικός suffering from masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονορροικόν — γονορροικός suffering from masc acc sg γονορροικός suffering from neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονορροικοῖς — γονορροικός suffering from masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονορροικοί — γονορροικός suffering from masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονορροικοῦ — γονορροικός suffering from masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονορροικῷ — γονορροικός suffering from masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονορρυής — γονορρυής, ές (Α) ο γονορροϊκός …   Dictionary of Greek

  • γονόρροιος — γονόρροιος, ον (Α) [γονόρροια] ο γονορροϊκός …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.